Αδιάκριτα ή αδιακρίτως;
- Evangelia Xoni

- Jul 21, 2019
- 1 min read
Updated: Aug 30, 2019

Αδιάκριτα, είναι επίρρημα και σημαίνει το αντίθετο του διακριτικά, δηλαδή κάτι που γίνεται με αγένεια, χωρίς διακριτικότητα, ευγένεια ή λεπτότητα.
Μίλησε στον πατέρα του τόσο αδιάκριτα, που έφερε σε δύσκολη θέση τους γύρω του.
Αδιακρίτως είναι κι αυτό επίρρημα και σημαίνει χωρίς διάκριση ή εξαίρεση, ανεξαιρέτως.
Η μητέρα αγαπάει όλα τα παιδιά της αδιακρίτως. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανένα.



Έπεσα πάνω σε αυτό ενώ το μοιράζονταν σε ένα φόρουμ παιγνίων την Κυριακή αργά το βράδυ. Μου κράτησε την προσοχή η ισορροπημένη συζήτηση για διάφορα online καζίνο στην Ελλάδα, χωρίς υπερβολές. Οι παρατηρήσεις σχετικά με το Spinanga Casino ήταν διακριτικές αλλά ακριβείς — κυρίως για την καθαρότητα του interface και την απλή βοήθεια για νέους παίκτες. Δεν ήταν φανταχτερό ή υπερβολικά τεχνικό, απλά πραγματικές εμπειρίες. Αισθάνθηκα ότι βρήκα χρήσιμη κοινότητα γνώμης.